Η μεγάλη απήχηση των φυσικών (βιομιμητικών) ορμονών, οφείλεται στο ότι το σώμα μας μπορεί να τις μεταβολίζει, όπως έχει σχεδιαστεί να κάνει με τις δικές του, χωρίς καθόλου παρενέργειες.

Αντίθετα, οι συνθετικές ορμόνες είναι αρκετά ισχυρές με παρενέργειες. Επιπλέον, είναι φλεγμονώδεις (αυξάνουν τον δείκτη φλεγμονής CRP) σε αντιδιαστολή με τις φυσικές, που είναι αντιφλεγμονώδεις και ως εκ τούτου αντι-γηραντικές.

Οι φυσικές (βιομιμητικές) ορμόνες δεσμεύονται στους ορμονικούς μας υποδοχείς, ακριβώς σαν το κλειδί πάνω στην κλειδαριά του, δίνοντας έτσι άμεσο αποτέλεσμα, σε αντίθεση με την κλασσική ορμονική θεραπεία υποκατάστασης, όπου οι συνθετικές ορμόνες χύνονται πάνω στους ορμονικούς υποδοχείς και όχι μόνο, αλλά και σε άλλες θέσεις στεροειδικών υποδοχέων, με τελικό αποτέλεσμα, όχι απλά το μη άμεσο αποτέλεσμα, αλλά και μία πλειάδα παρενεργειών.

Ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα των φυσικών – βιομιμητικών ορμονών, είναι ότι μετρούνται, μπορούμε έτσι να τις παρακολουθούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, με εξετάσεις αίματος και με πιο μεγαλύτερη ακρίβεια ακόμα, όταν η εξέταση γίνεται στο σάλιο.

Δεν υπάρχει τέλος καλύτερη απόδειξη της ασφάλειας των φυσικών ορμονών από την εγκυμοσύνη. Η ορμονική διαδικασία στην εγκυμοσύνη είναι ακραία. Τα επίπεδα των οιστρογόνων, αυξάνονται κατά δέκα φορές, της προγεστερόνης κατά 100%, η αυξητική ορμόνη και η τεστοστερόνη κατά 20%. Και βέβαια η οιστριόλη, η ορμόνη που αυξάνεται στην εγκυμοσύνη και που δίνουμε στα σκευάσματα των φυσικών οιστρογόνων, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ασφαλής όσον αφορά στον καρκίνο μαστού.